Accompanying the Aged - I Am Waiting

Συντροφεύοντας τον ηλικιωμένο - Περιμένω

6ο  Διεθνές  Συνέδριο
του
Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ποιμαντική Διακονία στον Χώρο της Υγείας
2025

6η Συνεδρία
Συντροφεύοντας τον ηλικιωμένο

Περιμένω*

 

Μια ηλικιωμένη κυρία εμφανίζεται στη σκηνή  στραμμένη προς το κοινό, και λέει:

 

Ε, να, τότε όλοι φεύγανε από τα χωριά τους και πηγαίνανε ή στη μεγάλη πόλη ή στο εξωτερικό.

Αυτά είδε ο δικός μου ο γέρος, ο Μάκης, και μου είπε… «Κυρά μου, εδώ που είμαστε με δυο μωρά, πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Τι θα κάνουμε; Πώς θα τα μεγαλώσουμε; Δεν πάμε κι εμείς στην πόλη να βρούμε το καλό μας; Εκεί θα προκόψουμε». Και του είπα: «Ό,τι νομίζεις αντρούλη μου».

Έτσι, τα μαζέψαμε και φύγαμε από το σπιτάκι μας και πήγαμε στη μεγάλη πόλη και, με τα λίγα χρήματα που είχαμε, νοικιάσαμε ένα σπιτάκι, μικρό και απλό.

 

Εκεί κάτω, βρήκε ο καθένας μια δουλίτσα για να τα βγάλουμε πέρα. Ο ένας δούλευε και ο άλλος κρατούσε τα παιδιά. Ο Μάκης σε μια βιοτεχνία και εγώ σε ένα εστιατόριο, όπου έπλενα τα πιάτα και καθάριζα το μαγαζί.

Ο δικός μου πρόκοψε! Έμαθε καλά την τέχνη και, σιγά-σιγά, το αφεντικό του τον έκανε προϊστάμενο.

«Χα!» μου έλεγε. «Βρε γυναίκα, αντί να μαζεύω το κοπάδι με τα γίδια στο χωριό,  τώρα είμαι τσίφτης στη δουλειά και με προσέχουν όλοι». Καμάρι που το είχε!

Αλλά, και το δικό μου το αφεντικό με αγάπησε και με πρόσεχε σαν τα μάτια του. Μου έλεγε:

«Τέτοια δουλειά δεν μου έχει βγάλει κανένας».

Καμιά φορά, με έπαιρνε και στο σπίτι του, μια βίλα τεράστια, να του πλένω τα πιάτα, όταν είχαν γιορτές και τραπεζώματα. Του άρεσε, γιατί του έφτιαχνα και καμιά πίτα όπως την έφτιαχνα στο χωριό.

 

Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Ο Μάκης στη βιοτεχνία, κι εγώ στο εστιατόριο, πλένοντας πιάτα. Πολλά πιάτα…

 

Με τα χρόνια τα παιδάκια μεγάλωσαν και σπούδασαν. Σπουδαία παιδιά! Ο καθένας ένα διαμάντι. Και την πατρίδα υπηρέτησαν και μετά βρήκαν καλές δουλειές ως επιστήμονες. Ο ένας δάσκαλος. Ο άλλος λογιστής. «Βλέπεις, βρε γυναίκα; Αν μέναμε στο χωριό, δεν θα είχαν προκόψει τα παιδιά μας!».

 

Με τη δουλειά, καταφέραμε να μαζέψουμε χρήματα και αγοράσαμε το σπιτάκι που νοικιάζαμε. Μικρό ήταν, αλλά ήταν πια δικό μας. Ζήσαμε πολλά γεγονότα εκεί μέσα. Χαρές, αγωνίες. Τι να σου πω!

 

Δουλέψαμε και περιμέναμε πώς και πώς να πάρουμε τη συνταξούλα μας. Μια ολάκερη ζωή από το σπίτι στη δουλειά. Δεν κάναμε τίποτα άλλο. Ο Μάκης προϊστάμενος, κι εγώ στην κουζίνα με τα πιάτα. Λίγο φαγάκι και ύπνο.

Τόσο κουρασμένοι, ούτε μιλιά δεν έβγαζε ο ένας στον άλλον! Απλώς, ελπίζαμε ότι θα έλθει η μέρα που θα πάρουμε τη σύνταξη μας και θα ησυχάσουμε!

 

Μετά από κάμποσα χρόνια, μείναμε και μόνοι.

 Ο ένας γιος, ο δάσκαλος, παντρεύτηκε και πήγε μακριά, σε άλλη πόλη, εκεί που έμενε η γυναίκα του. Αυτή δεν μου μιλάει πολύ, αλλά αγαπιούνται.

Ο άλλος, κάπου είδε τα δύσκολα και πήγε στη Γερμανία. Έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία.

Αυτό δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμη. Άφησε την επιστήμη του,  αλλά, τουλάχιστον, δουλεύει και βγάζει χρήματα.

Τα έχει φτιάξει και με μια Γερμανίδα. Δεν θέλουν να παντρευτούν. Αυτής δεν της αρέσει η Ελλάδα και δεν έρχονται συχνά.

Τι να πω; Έτσι το θέλει.

Εμείς με τις δουλειές μας δεν χαρήκαμε τα παιδιά μας. Ο χρόνος πέρασε γρήγορα. Αυτά έφυγαν και εμείς μείναμε μόνοι.

Ο Θεός να τα έχει καλά!

 

Αχ! Εκεί που λέγαμε ότι θα ηρεμήσουμε μάς βρήκε το κακό.

Ο Μάκης αρρώστησε και πέθανε μέσα σε μία εβδομάδα!

Δεν άντεξε η καρδιά του με τόση δουλειά και αγωνία!  

Ο έρημος, ούτε τη σύνταξή του πρόλαβε να πάρει!

Ευτυχώς, ήρθε το αφεντικό του στην κηδεία και μας είπε δυο καλά λόγια. Ο Θεός να τον αναπαύει. (Σταυροκοπιέται)…

Δυστυχία! Έμεινα μόνη! Ολομόναχη!

 

Μια μέρα,  ήρθε και η δική μου ώρα να σταματήσω τη δουλειά, αλλά τότε, μαύρο μαράζι μ’ έπιασε. Ακόμη πιο μόνη ένοιωσα.

Δεν είχα κανέναν.

Τραγουδούσα μοιρολόγια πρωί και βράδυ. «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα!».

Όλη η εβδομάδα ήταν σαν μια Μεγάλη Παρασκευή. Δεν έβγαινα από το σπίτι. Μόνο για λίγα ψώνια.  

Τις Κυριακές, έβαζα τα καλά μου και τα χρυσαφικά που μου είχε αγοράσει ο Μάκης όταν παντρευτήκαμε, και πήγαινα στην εκκλησία.

Μια αξιοπρέπεια έχουμε! Έπρεπε να ντυθώ καλά. Εκεί συναντούσα άλλες γυναίκες σαν εμένα, μόνες, και μαζί δοξάζαμε τον Θεό για όσα μας έχει δώσει. Μεγάλο το όνομά του. Γενηθήτω το θέλημά του. (Σταυροκοπιέται)

 

 

Πέρασαν λίγα χρόνια και άρχισα να έχω δυσκολίες με την υγεία μου. Κάτι αρθριτικά. Κάτι μικρο-καρδιακά.

Τι περιμένεις μετά από τόση ορθοστασία και πιάτα;

Τα βράδια πονούσε όλο το σώμα μου. Δεν είχα ύπνο. Άρχισα να ξεχνάω τι έπρεπε να κάνω. Πήγαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο χωρίς να ξέρω γιατί πήγαινα. Παράξενο, μα, θυμάμαι όλα τα παλιά! Τρέλα!

Έλεγα, με έχει πειράξει η μοναξιά. Με ποιόν να μιλήσω; Μόνο με τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους. Από τότε ξέρεις τι κάνω; Το μεσημέρι, φτιάχνω 5 καφέδες και τους βάζω σε καλά φλιτζάνια  στο σαλόνι… και μία μέρα πίνω καφέ με τον Χριστό και την Παναγιά και κάποιους αγίους.

Την άλλη μέρα με άλλους αγίους, μέχρι να έλθει η Κυριακή. Έτσι λέω τον πόνο μου και παρηγοριέμαι…

Μα, τα παιδιά είναι μακριά! Έχουν δουλειές και δεν με παίρνουν τηλέφωνο τόσο συχνά. Σου λέω.

Πού να μιλήσω με τις γυναίκες τους! Όταν τις παίρνω, η μια είναι μουγγή. Η άλλη δεν μιλάει τη γλώσσα μας. Εγώ πού να μάθω Γερμανικά!

 

Έτσι, κύλησαν τα χρονάκια και φύγανε οι καιροί.

 

Ε, μια μέρα, με πήραν  τα παιδάκια μου και μου είπαν θα έλθουν να με δουν!

Χαρά εγώ! Πώς το πάθανε!  

Και που ήρθαν,  με είδαν τόσο πεσμένη και μου είπαν:

«Μάνα, θα σε πάμε κάπου να μείνεις που έχει έναν ωραίο κήπο με λουλούδια και θα έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ότι κάποιος σε προσέχει. Θα είσαι και με άλλους εκεί».

«Δεν πάω πουθενά!» τους είπα. «Ξέρετε με τι κόπο ο πατέρας σας κι εγώ δουλέψαμε για να αγοράσουμε αυτό το σπιτάκι».

Αλλά δεν άλλαζαν γνώμη. Κατάλαβα ότι ήθελαν να νοικιάσουν το σπιτάκι μου, ή μάλλον να το πουλήσουν.

Μετά από πολλούς τσακωμούς τούς είπα:

«Σε κλινική δεν παγαίνω! Τέλος!!! Θα πάω στο χωριό μου να μείνω. Εκεί έχω λίγους γνωστούς. Η αδελφή μου μένει στο διπλανό χωριό. Εκεί γίνονται πανηγύρια. Υπάρχουν χαρές. Εκεί θα περάσω τις μέρες μου ήσυχα. Κι εδώ που είμαι στην πόλη, τι κάνω; Μόνη μου είμαι».

Και τα μάζεψα και με πήγαν στο χωριό.

 

Ήρθα εδώ, και με τα λίγα που με περίσσεψαν έφτιαξα το σπιτάκι μου και περίμενα να έλθουν οι χαρές και τα πανηγύρια.

Και περίμενα και περιμένω – και περιμένω – και περιμένω...

Έχει περάσει καιρός. Η αδελφή μου δεν έρχεται συχνά, γιατί έχει δουλειές. Όλοι έχουν δουλειές να κάνουν.

Γιατί πρέπει όλοι να τρέχουν έτσι;  

Εδώ λίγες γριούλες έχουν απομείνει. Πολλοί έχουν πεθάνει. Ούτε Λειτουργίες γίνονται – άντε μια φορά κάθε τόσο. Ούτε καμπάνα ακούγεται.  Ούτε ο παπάς έρχεται να με δει. Ο έρημος.

 

Ξέρεις πώς περνάω τη μέρα μου;

Πρωί και απόγευμα, κάθομαι και κοιτάω τον κάμπο και τη θάλασσα από την αυλή μου.

Κοιτάω να δω μήπως έλθει η χαρά. Μήπως έλθουν τα πανηγύρια. Μήπως έλθουν τα παιδιά μου, για να δω τα εγγόνια μου, να γεμίσει το σπίτι μου με φωνές.

Εκεί που κοιτάζω, μου σαλεύουνε τα λογικά μου και βλέπω πράγματα διάφορα, τέρατα, πράγματα αλλόκοτα, βλέπω… και σημεία του Θεού.

Φοβάμαι. Και αν σαλέψω τελείως ή αρρωστήσω, ποιος θα με φροντίσει;  Και στο νοσοκομείο να πάω, μόνη μου θα είμαι. Λέω, έχει ο Θεός. (Σταυροκοπιέται) Αλλά πάλι φοβάμαι.

Και ποιος με ακούει; Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν με ακούει και ο Θεός… Μάκη πού είσαι;

 

Έτσι περνάω την ώρα μου… κι έτσι κάθομαι και προσμένω…

στο ξωθύρι…

Να ’ρθει εκείνος ο μαυροχάροντας για  να μου πάρει την ψυχή…

Να πάγω  να ευρώ τον άνδρα μου, η έρημη…

Αμήν. Θεούλη μου… (Σταυροκοπιέται) ... Αμήν.

+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

* Βασισμένο στον θεατρικό μονόλογο του Γιώργου Μανιώτη «Το Κόλπο», που παίχτηκε επί σκηνής το 1983 στο έργο «Γκρο Πλαν»  (Γιώργος Μανιώτης, Άπαντα τα Θεατρικά, Τόμος Α΄, Γκρο Πλαν [33+31 μονόλογοι], Εκδόσεις Αιγόκερως/Δραματουργία, 2006, σελ. 29-32. Το παρόν κείμενο («Περιμένω») περιέχει πραγματικά περιστατικά που δεν είναι στο έργο του κ. Μανιώτη. Επίσης, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις που αναφέρονται έχουν αλλαχθεί.