15 Σεπτεμβρίου 2013 - Τι σημαίνει να σταυρωθείς για τον αδελφό σου και να βαστάξεις τα βάρη του;

15 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού

Τι σημαίνει να σταυρωθείς για τον αδελφό σου και να βαστάξεις τα βάρη του;

Να μείνεις αφοσιωμένος στον αδελφό σου τόσο, ώστε να  μη διαλυθεί η μεταξύ σας σχέση και να υπομείνεις τα παθήματά του εν ησυχία και προσευχή.   

*********

«Ο Αββάς Ιωάννης ο αναχωρητής, που ονομαζόταν Πυρρός έλεγε.

Στο κοινόβιο του αγίου Θεοδοσίου του μεγάλου κοινοβιάρχη, ζούσαν εκεί και δύο αδελφοί, που είχαν δώσει υπόσχεση με όρκο να μη χωρίσουν μεταξύ τους ούτε στη ζωή, ούτε και στο θάνατο. Ζώντας λοιπόν και οι δύο μέσα στο κοινόβιο και εργαζόμενοι για την πνευματική οικοδομή όλων, ο ένας αδελφός πολεμήθηκε από το λογισμό της πορνείας και μη μπορώντας να βαστάξει τον πόλεμο, λέει στον αδελφό του.

           “Άφησέ με, αδελφέ, να φύγω, γιατί πολεμούμαι από τον λογισμό της πορνείας και θέλω να πάω στον κόσμο.”

Ο αδελφός άρχισε να τον παρακαλεί και  να του λέει.

           “Μη, αδελφέ, μην χάσεις τον κόπο σου.”

 Αυτός όμως του λέει.

            “Ή έλα μαζί μου, για να κάνω την πράξη, ή αλλιώς άφησέ με να φύγω.”

Και ο αδελφός μη θέλοντας να τον αποχωριστεί, πήγε μαζί του στην πόλη. Ο πολεμημένος λοιπόν μπήκε στο καταγώγιο της πορνείας, ενώ ο άλλος αδελφός έμεινε έξω και παίρνοντας χώμα από τη γη το έβαλε πάνω στο κεφάλι του, νιώθοντας βαθειά συντριβή. Μόλις εκείνος βγήκε από το πορνείο, μετά την πράξη του, του λέει ο αδελφός.

           “Τί ωφελήθηκες, αδελφέ μου, από την αμαρτία; Σε τί δεν βλάφτηκες; Ας γυρίσομε πάλι πίσω στον τόπο μας.”

 Και του απαντά.

           “Δεν μπορώ πια να ξαναγυρίσω στην έρημο. Πήγαινε λοιπόν εσύ. Εγώ θα μείνω στον κόσμο.”

Αφού επέμεινε πολύ και δεν τον έπεισε να τον ακολουθήσει στην έρημο, έμεινε και αυτός μαζί του στον κόσμο, δουλεύοντας και οι δύο για να ζήσουν.

Εκείνο τον καιρό ο αββάς Αβράμιος, που πρώτα συγκρότησε στην Κωνσταντινούπολη την ονομαζόμενη μονή των Αβραμιτών, και αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Εφέσου, ο καλός και πράος ποιμένας, έκτιζε το μοναστήρι του, το ονομαζόμενο των Βυζαντίων. Οι δύο λοιπόν αδελφοί πήγαν εκεί και δούλευαν στις εκεί εργασίες του κτισίματος και έπαιρναν το μισθό τους. Εκείνος που έπεσε στην πορνεία έπαιρνε το μισθό και των δύο και κάθε μέρα πήγαινε στη πόλη και εκεί δαπανούσε τα χρήματα σε ασωτίες. Ενώ ο άλλος όλη την ημέρα νήστευε και εκτελούσε την εργασία του με απόλυτη ησυχία. Βλέποντας αυτόν οι τεχνίτες κάθε μέρα ούτε να τρώει ούτε και να μιλάει, αλλά πάντα να είναι σκεφτικός, ανάφεραν τα σχετικά μ΄αυτούς και τη συμπεριφορά τους στον άγιο αββά Αβράμιο. Τότε ο μέγας Αβράμιος στέλνει και καλεί τον εργάτη στο κελλί του και τον ερωτά, λέγοντας.

           “Από πού είσαι, αδελφέ; και ποια είναι η δουλειά σου;”

Αυτός εξομολογήθηκε τα πάντα, λέγοντας.

           «Για τον αδελφό μου τα υπομένω όλα αυτά, μήπως ο Θεός, βλέποντας τη στεναχώρια μου, σώσει τον αδελφό μου.»

Όταν τα άκουσε αυτά ο θείος Αβράμιος, λέει στον αδελφό.

           “Ο Κύριος σου χάρισε την ψυχή του αδελφού σου.”

Πράγματι, μόλις ο αββάς Αβράμιος άφησε τον αδελφό και βγήκε από το κελλί του, να, έρχεται ο αδελφός του κραυγάζοντας.

           “Αδελφέ μου, πάρε με στην έρημο, για να σωθώ.”

Αμέσως τότε τον πήρε και έφυγαν και πήγαν σ΄ένα σπήλαιο, κοντά στον άγιο Ιορδάνη, και εκεί έκλεισε αυτόν. Μετά από λίγο, και αφού πρόκοψε πολύ πνευματικά κατά Θεό, πέθανε. Ο αδελφός, παραμένοντας πιστός στον όρκο, έμεινε σ΄αυτό το σπήλαιο, για να πεθάνει και αυτός εκεί.»

Ιωάννου Μόσχου,

Πνευματικός Λειμών, Κεφάλαιο 97 (ΕΠΕ)